ἑτεροπλατής

ἑτερο-πλᾰτής, ές,
A with unequal sides, of beams, Apollod. Poliorc.161.12:

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροπλατής — ἑτεροπλατής, ές (Α) αυτός που έχει άνισο πλάτος («δύο ξύλα τετράγωνα ἑτεροπλατῆ»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + πλατής (< πλάτος), πρβλ. α πλατής] …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροπλατῆ — ἑτεροπλατής with unequal sides neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑτεροπλατής with unequal sides masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑτεροπλατής with unequal sides masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροπλατές — ἑτεροπλατής with unequal sides masc/fem voc sg ἑτεροπλατής with unequal sides neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροπλατώ — ἑτεροπλατῶ έω, (Α) [ετεροπλατής] ποικίλλω κατά το πλάτος, δεν έχω το ίδιο πλάτος σε όλα μου τα μέρη …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροπλατῶν — ἑτεροπλατέω vary in breadth pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἑτεροπλατής with unequal sides masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.